

Στα τραγούδια του Μάνου Λοΐζου χωρούν ένας εργάτης που επιστρέφει από τη βάρδια, δυο φίλοι που δεν έφτασαν ποτέ στην Τζαμάικα, μια γειτονιά που έχασε τον δρόμο της, ένας έρωτας που επιμένει. Ο ίδιος πρόλαβε να ζήσει μόνο 44 χρόνια. Οι άνθρωποι που τραγούδησε, όμως, εξακολουθούν να «περπατούν» μέσα στις μελωδίες του.
Στις 17 Σεπτεμβρίου συμπληρώνονται 44 χρόνια από τον θάνατό του στη Μόσχα. Τρεις ημέρες νωρίτερα, τη Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου, το Καλλιμάρμαρο θα γεμίσει με τα τραγούδια του, σε μια μεγάλη συναυλία του «Όλοι Μαζί Μπορούμε» αφιερωμένη στη ζωή και στο έργο του. Η συναυλία έχει τίτλο «Ο δρόμος έχει τη δική του ιστορία», ενώ πίσω από την πρωτοβουλία «Όλοι Μαζί Μπορούμε» βρίσκεται ο πρόεδρος, εμπνευστής και «ψυχή» της, Γιάννης Σπανολιός.
Στη σκηνή θα εμφανιστούν αφιλοκερδώς ο Γιάννης Διονυσίου, ο Γιώργος Νταλάρας, η Δήμητρα Γαλάνη, ο Χρήστος Μάστορας, ο Απόστολος Μόσιος, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, ο Μίλτος Πασχαλίδης, ο Θανάσης Πολυκανδριώτης, η Μαρίνα Σάττι, ο Κώστας Τριανταφυλλίδης, η Ελένη Τσαλιγοπούλου και η Νεφέλη Φασούλη. Τα έσοδα θα διατεθούν για την αγορά δενδρυλλίων και την υλοποίηση δράσεων προστασίας του περιβάλλοντος.
Και είναι αλήθεια ότι η παρουσία νεότερων καλλιτεχνών έχει τη δική της σημασία. Ο Λοΐζος παρακολουθούσε με ενδιαφέρον τις νέες γενιές και πίστευε στις δυνατότητές τους. Σε συνέντευξή του στον Δημήτρη Γκιώνη, που δημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο του 1975, έλεγε ότι οι νεότερες γενιές βρίσκονταν σε «πολύ προνομιακή θέση», καθώς είχαν πίσω τους μια πλούσια μουσική και ποιητική παράδοση. Έβλεπε, μάλιστα, στη νεολαία τη δύναμη που έδινε «εκείνον τον παλμό» και το ιδιαίτερο βάρος μέσα στην κοινωνία.
Σε πλάνα εποχής, ο σπουδαίος συνθέτης εμφανίζεται συχνά χαμογελαστός, με μια κιθάρα στα χέρια ή καθισμένος μπροστά στο πιάνο. Σύμφωνα με μαρτυρίες συνεργατών του, στο στούντιο η ανεμελιά τελείωνε. Μπορούσε να επιμένει για ώρες στον τρόπο με τον οποίο θα ακουγόταν μια λέξη, σε μια ανάσα του ερμηνευτή ή σε μια μουσική λεπτομέρεια που οι υπόλοιποι θεωρούσαν ασήμαντη.
Έγραψε για τη δουλειά, την ξενιτιά, τον έρωτα, τη φτώχεια και τη ματαίωση. Τα τραγούδια του πέρασαν από τα σπίτια και τις ταβέρνες στους κινηματογράφους, στα γήπεδα, στις πορείες και στις πολιτικές συγκεντρώσεις. Έμοιαζαν απλά, σχεδόν αυτονόητα, όταν έφταναν στον ακροατή. Πίσω από αυτή την απλότητα κρυβόταν πολλή δουλειά.
Ο γεροβιολιτζής της Αλεξάνδρειας
Ο Μάνος Λοΐζος γεννήθηκε στις 22 Οκτωβρίου 1937 και μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια. Ο πατέρας του, Ανδρέας, είχε κυπριακή καταγωγή και η μητέρα του, Δέσποινα Μανάκη, καταγόταν από τη Ρόδο. Από τα παιδικά του χρόνια κράτησε την εικόνα ενός ηλικιωμένου βιολιστή που περνούσε καθημερινά από τον δρόμο του σπιτιού τους. Φορούσε άσπρη κελεμπία και άσπρο σκούφο, τραγουδούσε και έπαιζε βιολί. Τα παιδιά της γειτονιάς άφηναν το παιχνίδι τους και μαζεύονταν γύρω του.
Ο Μάνος Λοΐζος σε παιδική ηλικία.
Ο πατέρας του αγόρασε ένα από τα βιολιά που κατασκεύαζε ο γέρος. Στα χέρια του μικρού Μάνου δεν έβγαζε την ίδια μαγεία. Αργότερα ήρθε ένα κανονικό βιολί, έπειτα μια κιθάρα που του χάρισε ένας θείος και στη συνέχεια το πιάνο. Ο Λοΐζος αφηγούνταν χρόνια αργότερα την ιστορία με χιούμορ:
«Κόντευα πια να γίνω ένας σπουδαίος μουσικός».
Το 1962 ηχογράφησε το «Τραγούδι του δρόμου», με ερμηνευτή τον Γιώργο Μούτσιο, σε ποίηση Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα και ελληνική απόδοση Νίκου Γκάτσου. Ο Μίμης Πλέσσας ήταν εκείνος που τον βοήθησε να κάνει την πρώτη του ηχογράφηση. Την ίδια περίοδο ο Λοΐζος υπήρξε ιδρυτικό μέλος και αντιπρόεδρος του Συλλόγου Φίλων Ελληνικής Μουσικής και συμμετείχε στις παραστάσεις της «Όμορφης Πόλης». Τον Μάρτιο του 1965 παντρεύτηκε τη συγγραφέα Μάρω Λήμνου και έναν χρόνο αργότερα γεννήθηκε η κόρη τους, Μυρσίνη.
Ο «Σταθμός» που άνοιξε τον δρόμο
Η πρώτη μεγάλη επιτυχία ήρθε το 1968 με τον «Σταθμό», σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου. Ο δίσκος καθιέρωσε τον Λοΐζο στο ευρύ κοινό, σε μια περίοδο έντονης δημιουργικής παρουσίας του στο θέατρο και στον κινηματογράφο.
Η συνεργασία του με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο υπήρξε μία από τις σημαντικότερες της πορείας του. Ο Παπαδόπουλος έγραφε για λιμάνια, καφενεία, φτωχογειτονιές και ανθρώπους που περίμεναν κάτι καλύτερο από τη ζωή τους. Ο Λοΐζος έδινε στους στίχους του μελωδίες καθαρές, που μπορούσαν να περάσουν από στόμα σε στόμα χωρίς να χάνουν τη δύναμή τους.
Στις «Θαλασσογραφίες», που κυκλοφόρησαν το 1970, συναντήθηκαν ο Γιάννης Καλατζής και ο νεαρός τότε Γιώργος Νταλάρας. Ο «Σεβάχ ο θαλασσινός», η «Τζαμάικα» και το «Έχω έναν καφενέ» έφεραν στο ελληνικό τραγούδι ιστορίες με θάλασσα, φυγή και ταξίδια που έμεναν στη μέση. Στον «Σεβάχ ο θαλασσινός» τραγούδησε και ο ίδιος ο συνθέτης. Η φωνή του ακουγόταν σαν να μην τραγουδούσε για ένα ακροατήριο, αλλά για τους ανθρώπους που κάθονταν γύρω από το ίδιο τραπέζι.
Στις ενορχηστρώσεις του άλλαζε όργανα και μουσικές αναφορές ανάλογα με τον στίχο και τη φωνή που είχε απέναντί του. Χρησιμοποίησε το μπουζούκι, το πιάνο, την κιθάρα, τα πνευστά και ηλεκτρικούς ήχους. Στη μουσική του μπορούσαν να συναντηθούν το λαϊκό τραγούδι, η τζαζ και τα μπλουζ χωρίς το ένα να «σβήνει» το άλλο. Ο Γιώργος Νταλάρας, η Χάρις Αλεξίου, η Μαρία Φαραντούρη, η Δήμητρα Γαλάνη, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και ο Γιάννης Καλατζής ήταν ανάμεσα στους ερμηνευτές που ταύτισαν τη φωνή τους με τη μουσική του.
«Σαν καλλιτέχνης είμαι ένας δέκτης ευαίσθητος»
Η σχέση του Λοΐζου με την Αριστερά ήταν σταθερή και η πολιτική παρουσία του δημόσια. Δεν αντιμετώπιζε την πολιτική ως κάτι ξένο προς την τέχνη του. Σε μία από τις λίγες συνεντεύξεις του μιλούσε για το μεροκάματο, τις συνθήκες ζωής, την ελευθερία και τη δημοκρατία.
«Σαν καλλιτέχνης είμαι ένας δέκτης ευαίσθητος», είχε πει. Από τα παιδικά του χρόνια στην Αλεξάνδρεια είχε κρατήσει εικόνες κοινωνικής ανισότητας. «Από πολύ μικρός είδα παιδιά να πεινάνε».
Τα «Νέγρικα», σε ποίηση Γιάννη Νεγρεπόντη, γράφτηκαν πριν από τη δικτατορία. Οι στίχοι μιλούσαν για τον ρατσισμό στις Ηνωμένες Πολιτείες, την καταπίεση και τον πόλεμο του Βιετνάμ. Ο Λοΐζος χρησιμοποίησε μπλουζ, τζαζ και ηλεκτρικούς ήχους, ασυνήθιστους τότε για την ελληνική δισκογραφία. Τα τραγούδια είχαν παρουσιαστεί πριν από το πραξικόπημα, αλλά ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1975.
Τον Σεπτέμβριο του 1967, λίγους μήνες μετά την 21η Απριλίου, έφυγε για ένα διάστημα στο Λονδίνο. Επέστρεψε στην Ελλάδα και συνέχισε να γράφει.
Στα γεγονότα του Πολυτεχνείου συνελήφθη το βράδυ της 17ης Νοεμβρίου 1973 στο σπίτι του, στον Χολαργό, και κρατήθηκε για δέκα ημέρες.
Το «Ακορντεόν», σε στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη, συνδέθηκε με την αντίσταση στον φασισμό.
Ο «Δρόμος», σε στίχους της Κωστούλας Μητροπούλου, συμπύκνωσε την πολιτική μνήμη σε έναν τοίχο: πάνω του γράφτηκε η λέξη «Ελευθερία», αποδόθηκε σε παιδιά και, όταν πέρασαν τα χρόνια, έδωσε τη θέση της σε μια αγγελία πώλησης.
Η «Τζαμάικα» και το «Σ’ ακολουθώ»
Η «Τζαμάικα» αφηγείται ένα ταξίδι που δεν έγινε ποτέ. Δύο άνθρωποι ονειρεύονται ένα καράβι, μαζεύουν χρήματα και κάνουν σχέδια. Τελικά μένουν πίσω. Από το ταξίδι απομένει ένα καράβι ζωγραφισμένο στον τοίχο μιας κάμαρας και η ανάμνηση μιας ζωής που θα μπορούσαν να έχουν ζήσει.
Πίσω από το «Σ’ ακολουθώ» βρίσκεται μια προσωπική ιστορία. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της πρώτης συζύγου του, Μάρως Λήμνου, το τραγούδι είχε γραφτεί για τη Λίζυ Λασιθιωτάκη. Στην αρχική μορφή του ο Λοΐζος επέμενε να ακούγεται το όνομά της. Οι άνθρωποι του στούντιο τον έπεισαν τελικά να το αλλάξει.
Το ζεϊμπέκικο της «Ευδοκίας»
Ο Νότης Μαυρουδής είχε πει ότι για τον Λοΐζο η κιθάρα παιζόταν με το συναίσθημα και το πάθος και όχι μόνο με τις χορδές. Η «Ευδοκία» είναι ίσως το γνωστότερο παράδειγμα της δύναμης που μπορούσε να αποκτήσει μια μελωδία του χωρίς τη βοήθεια των λέξεων.
Το ζεϊμπέκικο γράφτηκε για την ταινία του Αλέξη Δαμιανού και κυκλοφόρησε το 1971. Σύντομα άρχισε να ζει ανεξάρτητα από την ταινία. Πέρασε στις ταβέρνες, στα γλέντια και στις συναυλίες. Πολλοί από όσους το χόρεψαν όλα αυτά τα χρόνια δεν είχαν δει ποτέ την «Ευδοκία».
«Έχει πληθύνει πάρα πολύ η βιομηχανία του δίσκου».
Η μάχη για τα δικαιώματα
των δημιουργών
Προς το τέλος της δεκαετίας του ’70 ο Λοΐζος άρχισε να μιλά δημόσια για την πορεία της δισκογραφίας. Έβλεπε την παραγωγή να αυξάνεται και τους δημιουργούς να πιέζονται να παραδίδουν συνεχώς νέο υλικό.
«Έχει πληθύνει πάρα πολύ η βιομηχανία του δίσκου», έλεγε, επισημαίνοντας ότι η μεγάλη ποσότητα τραγουδιών δεν συνοδευόταν πάντοτε από αντίστοιχη ποιότητα.
Η κασετοπειρατεία είχε ήδη πάρει μεγάλες διαστάσεις. Τα έργα των συνθετών και των στιχουργών αναπαράγονταν χωρίς εκείνοι να αμείβονται. Το 1978 ο Λοΐζος ανέλαβε την προεδρία της Ένωσης Μουσικοσυνθετών και Στιχουργών Ελλάδος (ΕΜΣΕ) και πρωτοστάτησε στις διεκδικήσεις για τα πνευματικά δικαιώματα.
Υποστήριζε ότι ο δημιουργός έπρεπε να μπορεί να ζει από τη δουλειά του, να έχει λόγο στην τύχη των τραγουδιών του και να μην εξαρτάται απόλυτα από τις δισκογραφικές εταιρείες. Η διεκδίκηση δεν αφορούσε μόνο τον ίδιο. Αφορούσε τη θέση όλων των δημιουργών απέναντι σε μια βιομηχανία που γινόταν ολοένα ισχυρότερη.
Τα τελευταία τραγούδια
Το 1979 κυκλοφόρησαν «Τα τραγούδια της Χαρούλας», με ερμηνεύτρια τη Χάρις Αλεξίου και στίχους του Μανώλη Ρασούλη και του Πυθαγόρα. Ο δίσκος έγινε πλατινένιος και περιλάμβανε τραγούδια όπως το «Τίποτα δεν πάει χαμένο», το «Όλα σε θυμίζουν» και «Ο φαντάρος».
s
Η συνεργασία με τον Μανώλη Ρασούλη έφερε έναν διαφορετικό τόνο στη μουσική του. Οι στίχοι μπορούσαν να είναι πολιτικοί, σατιρικοί ή βαθιά προσωπικοί. Ο Λοΐζος βρισκόταν πλέον σε μια ώριμη περίοδο, με μεγαλύτερη ελευθερία στις επιλογές του.
Το 1980 κυκλοφόρησε το «Για μια μέρα ζωής», ο τελευταίος δίσκος που παρουσίασε όσο ζούσε. Τραγούδησαν η Δήμητρα Γαλάνη, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, η Δώρα Σιτζάνη και ο ίδιος. Στον δίσκο περιλαμβάνονταν το «Σ’ ακολουθώ», το «Κι αν είμαι ροκ» και «Η μέρα εκείνη δεν θα αργήσει». Οι στίχοι ανήκαν, μεταξύ άλλων, στον Λευτέρη Παπαδόπουλο, στον Μανώλη Ρασούλη, στη Δώρα Σιτζάνη, στον Φώντα Λάδη και στον Τάσο Λειβαδίτη.
Τον Οκτώβριο του 1983, έναν χρόνο μετά τον θάνατό του, κυκλοφόρησαν τα «Γράμματα στην αγαπημένη», μελοποιημένη ποίηση του Ναζίμ Χικμέτ σε απόδοση του Γιάννη Ρίτσου. Ο δίσκος φανέρωσε ακόμη μία κατεύθυνση της δουλειάς του, την οποία δεν πρόλαβε να συνεχίσει.
Το τελευταίο ταξίδι στη Μόσχα
Από τον Οκτώβριο του 1981 η υγεία του είχε επιβαρυνθεί. Έπασχε από περικαρδίτιδα και νεφρική ανεπάρκεια. Τον Ιούνιο του 1982 υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο. Μετά τη νοσηλεία του έμεινε για ένα διάστημα σε σπίτι φίλων και τον Αύγουστο ταξίδεψε στη Μόσχα για θεραπεία.
Στις 7 Σεπτεμβρίου υπέστη δεύτερο εγκεφαλικό και πέθανε δέκα ημέρες αργότερα. Ήταν 44 ετών.
Φέτος, η απουσία του γίνεται συνομήλικη με τη ζωή του.
Τα τραγούδια του, ευτυχώς, δεν έμαθαν ποτέ να μετρούν τον χρόνο…
ΠΗΓΗ: https://www.skai.gr/
The post Μάνος Λοΐζος : 44 χρόνια απουσίας κι όμως «όλα τον θυμίζουν» first appeared on Real Voice 99.5.
Real Voice 99.5










Leave a Reply